Ο λαγός και το ψηφοδέλτιο

Καθώς πλησιάζουμε πρός τις εκλογές τα σοσιαλδημοκρατικά ρεύματα που κατοικοεδρεύουν μέσα στην αυτοαποκαλούμενη «επαναστατική αριστερά» κινητοποιούνται  για να επιταχύνουν τις -έτσι και αλλιώς προγραμματισμένες-  «ευρύτερες» συγκλίσεις  και σε πολιτικό επίπεδο. Είχαμε πρόσφατα την επιστολή των τριών μελών του Μετώπου Αλληλεγύης και Ανατροπής που διέλυσε σε μια νύχτα την  ενότητα της αντικαπιταλιστικής αριστεράς που υποτίθεται ότι πρέσβευε η ΑΝΤΑΡΣΥΑ (καθώς η συνιστώσες άρχισαν να αντιπαρατίθενται με δημόσιες ανακοινώσεις). Τώρα ένας απο τους πιο χαρακτηριστικούς εκπροσώπους αυτής της άποψης, γνωστός και για  την πρόσφατη ανακάλυψη του μοντέλου μοιράσματος του ΑΕΠ χωρίς μάλιστα καμία αλλαγή στις σχέσεις παραγωγής, βγαίνει δημόσια απο το ΠΡΙΝ με την γραμμή του αριστερού ρεύματος του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ (ενώ η ΑΝΤΑΡΣΥΑ τον ανακοίνωσε σαν κεντρικό πρόσωπο στο ψηφοδέλτιο της μόλις πριν απο τρείς μέρες)  και καλεί ανοιχτά σε κοινή εκλογική κάθοδο. Ενδεικτικό και του γενικότερου τρόπου συζήτησης και αντιπαράθεσης.
Η πρόταση: έξω απο το ευρώ. Βέβαια γίνονται αναφορές και στην Ε.Ε (στά γρήγορα σε μιά λέξη) αλλά όταν φτάνουμε στην «κόκκινη γραμμή της αριστεράς» η στο ζήτημα που ενώνει της αριστερές δυνάμεις αναφέρεται μόνο το ευρώ (και φυσικά αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο). Στην ουσία δηλαδή επιστροφή στην Καπιταλιστική Ελλάδα της δραχμής χωρίς να αμφισβητούμε, στην πράξη την Ε.Ε. Επιστροφή θαυματουργή αφού θα οδηγήσει, εντός της Ε.Ε-η καταρχήν εντός της Ε.Ε-, σε αναδιανομή του πλούτου, εθνικοποιήσεις και στάση πληρωμών!!!!!
Xώρια που δεν γίνεται ξεκάθαρη τοποθέτηση για το ποιός θα υλοποιήσει μια τέτοια πολιτική. Στην πραγματικότητα βέβαια αυτές οι προσεγγίσεις έχουν εδώ και χρόνια υποστηρίξει την εκλογή μιας»αριστερής» κυβέρνησης, δηλαδή της διαχείρησης απο τους αριστερούς του ίδιου-στα θεμέλια του-συστήματος η οποία όταν φουντώνει η αντιπαράθεση πάιρνει τα πιο απίθανα ονόματα: «αντιμπεριαλιστική», «σοσιαλιστική» κλπ κλπ
Λές και η Ε.Ε είναι μόνο το νόμισμα και δεν είναι η συνθήκη του Μάαστριχτ και όλες οι αντεργατικές συνθήκες και πολιτικές που εφαρμόζει, απο τότε που υπήρξε. Λές και γίνεται, η μπορεί να στηριχθεί θεωρητικά ότι εντός της σημερινής κρίσης και ειδικά στην Ελλάδα μπορεί να ασκηθεί κευνσιανή πολιτική. Μια πρόταση που δεν έχει κανένα νόημα και δεν πρόκειται ποτέ να εφαρμοστεί, είναι χρήσιμη όμως για να αναπαραχθούν πολιτικοί χώροι και μηχανισμοί στην προεκλογική πασαρέλα «προτάσεων».
Bέβαια οι παραπάνω θέσεις συνοδέυονται απο την γνωστή επαναστατική φρασεολογία και φράσεις του τύπου «Μια επαναστατική Αριστερά, αντάξια των σκοπών και του μέλλοντός της» η οποία «Ιστορικός της ορίζοντας είναι ένα σύστημα οργανωμένης κοινωνικής αυτοδιαχείρισης, που θα μειώνει το ρόλο των εμπορευματικών- χρηματικών σχέσεων μέχρι την πλήρη εξάλειψή τους». Η ουσία όμως αυτής της αντίληψης για την πολιτική δεν είναι δυνατόν να καλυφθεί, ούτε καν με αυτόν τον τρόπο. Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι:
«Μια σιωπηλή εξέγερση της κάλπης, που θα οδηγήσει σε πολιτικό λιντσάρισμα του μνημονιακού πολιτικού κόσμου, δεν μπορεί βέβαια, σ’ αυτή τη φάση, να λύσει το θέμα της διακυβέρνησης προς όφελος του λαού. Μπορεί όμως να αποδιοργανώσει το αστικό πολιτικό σύστημα«
H θεωρία της «εξέγερσης της κάλπης» η οποία μάλιστα θα «αποδιοργανώσει» το πολιτικό σύστημα, είναι γνωστή απο την εποχή του SPD του Μπερνστάιν και του Κάουτσκυ (που είχε πιο αριστερή συνθηματολογία, όχι μόνο απο την ΑΝΤΑΡΣΥΑ αλλά και από άλλες αριστερές οργανώσεις). Η εξέγερση της κάλπης είναι κάλπικη εξέγερση και επικίνδυνη σοσιαλδημοκρατική αυταπάτη. Το αστικό πολιτικό σύστημα, όπως έδειξε ο Λένιν και η Μαρξιστική κριτική γενικότερα, δεν έχει στο κέντρο του το κοινοβούλιο. Το τελευταίο είναι απλά ο χώρος παροχής αριθμητικών πλειοψηφιών, νομιμοποιήσης της αστικής πολιτικής και ενσωμάτωσης των ταξικών ανταγωνισμών υπό αστική ηγεμονία. Ο πυρήνας του αστικού πολιτικού συστήματος (όπως γνωρίζουν ακόμα και οι πρωτοετείς φοιτητές των τμημάτων πολιτικής επιστήμης) είναι το αστικό κράτος. Και αυτό, στο αποφασιστικό τμήμα του δεν παίρνει χαμπάρι, όπως έχει δείξει η Ελληνική ιστορία, απο κάλπικες εξεγέρσεις. Το εντυπωσιακό δεν είναι ότι αυτή σοσιαλδημοκρατική θεωρία πλάσάρεται με επαναστατικό μανδύα. Αυτό έχει γίνει άπειρες φορές στο παρελθόν. Το εντυπωσιακό είναι ότι προβάλλεται στην σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα που όλοι οι εργαζόμενοι τα τελευταία δύο χρόνια έχουν βιώσει τι εστί «πολιτικό σύστημα».
Όλο αυτό το παιχνίδι που παίζεται στις πλάτες του κόσμου, και κυρίως των εργαζομένων που βρίσκονται σε αυτούς τους χώρους, είναι στημένο και μέρος μιας πολύ ευρύτερης προσπάθειας που διατρέχει-απο διαφορετικούς δρόμους- διάφορα αριστερά κόμματα και οργανώσεις: την δημιουργία μιας νέας αριστερής σοσιαλδημοκρατίας στην Ελλάδα. Πλευρά της είναι  η μετατροπή της επαναστατικής αριστεράς σε συνιστώσα ενός ευρύτερου μετώπου (που θα πιέσει -απο τα δεξιά όμως- το ΚΚΕ φιλοδοξώντας να δημιουργήσει αντίστοιχες αντιδράσεις και σε αυτόν τον χώρο). Αυτή η μετατροπή είναι ειλλημένη απόφαση και φιλοδοξία εδώ και χρόνια απο διάφορες εξωκοινοβουλευτικές ηγεσίες.
Αυτές τις μέρες επαναλαμβάνεται ακριβώς το ίδιο κόλπο που εφαρμόστηκε με το ΜΕΡΑ το 2007: Πρώτα κατεβαίνουμε χώρια και κάνουμε και τους δύσκολους για το πρόγραμμα και μετά αξιοποιούμε τα αποτελέσματα και  προχωράμε σε «κοινή δράση», δηλαδή σε παζάρια για την «ηγεμονία». Έτσι και το 2007, οι δυνάμεις τότε του ΜΕΡΑ (και του ΝΑΡ ιδιαίτερα) κατέβηκαν στις εκλογές καταγγέλοντας τότε άλλα πολιτικά σχήματα  για πρόγραμμα ενσωματώσιμο στα αντινεοφιλεύθερα μέτωπα της σοσιαλδημοκρατίας. Έκπληκτα τα μέλη του ΝΑΡ που είχαν δώσει τότε την μάχη των εκλογών είδαν τους ίδιους ανθρώπους, αμέσως μετά τις εκλογές, που τους έκαναν εισηγήσεις για καταγγελία των αντινεοφιλεύθερων μετώπων, να προσπαθούν να τους πείσουν ότι  ήρθε η ώρα της «ενότητας»!! Και όσοι φυσικά ζήτησαν εξηγήσεις κυνηγήθηκαν με τους γνωστούς καλούς τρόπους απο τους τραμπούκους της ιστορικής (και μη) ηγεσίας που τώρα πλασάρουν ενότητα και ιντερνετική  κοινή δράση. Το ΜΕΡΑ (το οποίο εξάλλου ήταν εύκολος στόχος γιατί και το ίδιο αποτελούσε κυρίως εκλογική συμφωνία-σε ένα διαφορετικό πρόγραμμα-) διαλύθηκε σε μια νύχτα και φτιάχτηκε η ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Μαζεύουμε δηλαδή πρώτα το εξωκοινοβούλιο (σε ένα κατά βάση αριστεροσοσιαλδημοκρατικό πρόγραμμα) σαν πρώτο βήμα και μετά πάμε όλοι μαζί να διαπραγματευτούμε με τις τάσεις του ΣΥΡΙΖΑ για να πιεστεί το ΚΚΕ. Αυτό δηλαδή που γίνεται τώρα. Και φυσικά με όλες τις απαραίτητες επαναστατικές και αντικαπιταλιστικές διακηρύξεις.
Σε όλη αυτήν την κουβέντα παρεμβάσεις σαν αυτές στο άρθρο λειτουργούν ως «λαγός» και πίεση και αξιοποιούνται για να τρέξουν τα πράγματα ακόμα πιο γρήγορα. Για αυτό και η φράση «μην εξαντλήσουμε την γκάμα των λαναθασμένων επιλογών» η οποία έχει γραφτεί ακριβώς για τα προηγούμενα που περιγράψαμε. Με λίγα λόγια γιατί να το παίξουμε-έστω και για λίγο- δύσκολοι και να μην πάμε κατευθείαν στην αριστερή σοσιαλδημοκρατία. Γιατί να χαθεί η μεγάλη ευκαιρία; ποιός ξέρει εξάλλου πότε θα ξαναγίνουν εκλογές.
Αυτό εξάλλου έγινε με το Αριστερό Βήμα διαλόγου, την ΕΛΕ, τους αριστερούς οικονομολόγους κλπ. Καθώς η Ελληνική κοινωνία (και ο Ευρωπαικός Νότος) μετατρέπονται σε «έρημη χώρα» αυτή η εκφυλισμένη αριστερά, βυθίζεται (όπως και ο ΣΥΡΙΖΑ παλαιότερα του οποίου ουσιαστικά αποτελεί μικρογραφία) στα κόλπα και τις εκατέρωθεν εκκλήσεις, όλα φυσικά γύρω απο το «κοινοβουλευτικό παιχνίδι» και τα αντίστοιχα ποσοστά. Αυτό φυσικά θα ενταθεί μετεκλογικά όπου η κάθε συνιστώσα θα φορτώνει στην άλλη  την «ατολμία» η την «βιασύνη» για την διευρυμένη εκλογική συμμαχία και την μεγάλη «ευκαιρία που χάθηκε» δηλαδή το……ψηφοδέλτιο με αριστερές «προσωπικότητες».
Ούτε οι δραματικές κοινωνικές συνθήκες έγιναν ικανές να αλλάξουν αυτήν την κατάσταση. Το αντίθετο μάλιστα: την έκαναν και χειρότερη, αφού σε διάφορα μικροαστικά στρώματα που ηγούνται συτής της αριστεράς έκαναν πιο έντονη την ανάγκη τους για πολιτική επιβίωση (όπως και στο κοινωνικό πεδίο αντίστοιχα).  Τα αποτελέσματα είναι γνωστά. Τώρα όλοι καταλαβαίνουν τι σημαίνει πραγματικά «κοινή δράση». Με δεδομένο ότι οι συνιστώσες της ΑΝΤΑΡΣΥΑ διασπώνται ακόμα και στό πόσο κοντά θα είναι στην συνδικαλιστική γραφειοκρατία στις εργατικές απεργίες  (υπάρχει το «δίπλα» και το «λίγο πιο κάτω») βασικά σημαίνει δράση για «κοινά ψηφοδέλτια».
Όπως έχουμε γράψει επανειλλημένα, αυτές οι συνθήκες καθόλου δεν απαλλάσουν απο ευθύνες όλους όσους διαχωρίστηκαν απο αυτά τα φαινόμενα αλλά αντίθετα τις αυξάνουν.  Απο την μεριά του ταξικού εργατικού κινήματος, της Μαρξιστικής κριτικής και της κομμουνιστικής προοπτικής, ο χώρος αυτός έχει προ πολλού κλείσει τον ιστορικό του κύκλο. Το σε τί ακριβώς χρησιμέυει μπορεί να το δεί εύκολα ο καθένας αυτές τις μέρες και θα το δεί και μετά τις εκλογές. Εξάλλου η κοινωνική πραγματικότητα της κρίσης είναι ο μόνος σίγουρος κριτής και όχι τα χαρτιά (που όσο πλησιάζουμε πρός τις εκλογές θα γίνονται και πιο «επαναστατικά»)
Αν σήμερα μπορεί να υπάρξει ανασυγκρότηση της Κομμουνιστικής προοπτικής αυτή δεν μπορεί παρά να γίνει σε πλήρη και ξεκάθαρο διαχωρισμό απο αυτούς τους μηχανισμούς και πρακτικές. Αλλιώς δεν έχει βάση καμία διακήρυξη, ούτε η κριτική στά άλλα ρεύματα του εργατικού κινήματος.
Η αναγκαία μάχη για την υπεράσπιση του κόσμου της εργασίας, για την επιβίωση, για το μπλοκάρισμα έστω επιμέρους πλευρών της αντεργατικής πολιτικής (που σήμερα έχει μεγάλη σημασία) δεν έχει ανάγκη τα «ψεύτικά τα λόγια τα μεγάλα» των σοσιαλδημοκρατικών αυταπατών. Έχει όμως ανάγκη το ταξικό εργατικό κίνημα και την Μαρξιστική κριτική. Για αυτό και η αναγκαία επανεξόρμηση του Κομμουνισμού η θα βασίζεται σε αυτά η δεν θα υπάρξει. Σε αυτήν την προσπάθεια η Μαρξιστική επιθεώρηση Praxis και  οι πρωτοβουλίες(προφανώς με την πλήρη δική τους αυτοτέλεια)  στις οποίες συμμετέχει που ανακοινώθηκαν πρόσφατα αποτελούν βέβαια μόνο ελάχιστη συμβολή. Τό ίδιο και αυτές σε εργατικούς χώρους που θα  ακολουθήσουν σύντομα. Πρωτοβουλίες που μέσα απο συστηματική δουλειά μπορούν και πρέπει να πολλαπλασιαστούν για να συμβάλλουμε, μέ τα δικά μας όρια και αδυναμίες, στην πράξη για την υπέρβαση αυτού του εκφυλισμού. Σε αυτήν την προσπάθεια, όπως έγραφε ένας σύντροφος και συνάδελφος, έχουμε δρόμο μπροστά μας αλλά αξίζει τον κόπο.
Η συντακτική επιτροπή.
Ολόκληρο το άρθρο του ΠΡΙΝ που το βρήκαμε στην ISKRA. Οι υπογραμμίσεις δικές μάς, στα σημεία στα οποία αναφερθήκαμε.
του Πέτρου Παπακωνσταντίνου
Oι κυρίαρχες δυνάμεις του δικομματισμού και οι τροϊκανοί επικυρίαρχοι σύρθηκαν σε εκλογές με το φόβο του τερματοφύλακα πριν από τα πέναλτι. Αντιλαμβάνονται ότι η προσωρινή άπνοια του λαϊκού κινήματος είναι μόνο η σιωπή πριν από την επόμενη θύελλα. Τα λαϊκά στρώματα υπολογίζουν, όχι αβάσιμα, ότι σ’ αυτές τις εκλογές η ψήφος μπορεί να γίνει φονική σαν σφαίρα, κάτι που συμβαίνει μια φορά στα πενήντα χρόνια σε συνθήκες κοινοβουλευτισμού.
Μια σιωπηλή εξέγερση της κάλπης, που θα οδηγήσει σε πολιτικό λιντσάρισμα του μνημονιακού πολιτικού κόσμου, δεν μπορεί βέβαια, σ’ αυτή τη φάση, να λύσει το θέμα της διακυβέρνησης προς όφελος του λαού. Μπορεί όμως να αποδιοργανώσει το αστικό πολιτικό σύστημα, να προκαλέσει παραλυτική όξυνση των αντιθέσεων στο εσωτερικό των ελληνικών και ευρωπαϊκών κέντρων, να ισχυροποιήσει σοβαρά τον λαϊκό παράγοντα και την Αριστερά. Μια τέτοια εξέλιξη θα ενισχύσει την πιθανότητα πραγματικών, και όχι κάλπικων, εξεγέρσεων από τον Ιούνιο και μετά, όταν αρχίσει ο καταιγιστικός βομβαρδισμός της Εφορίας και των νέων, βάρβαρων μέτρων που έχουν ήδη προαναγγελθεί.
Ωστόσο οι λογικές ως ένα βαθμό προσδοκίες δεν δικαιολογούν άγνοια κινδύνου- άλλωστε, τα θηρία γίνονται δέκα φορές πιο επικίνδυνα όταν τραυματίζονται και εγκλωβίζονται. Η τεχνητή δημιουργία κλίματος ανωμαλίας, χάους και ιδεολογικής τρομοκρατίας βρίσκεται πάντα στην ημερήσια διάταξη, έστω κι αν οι μηχανορράφοι κινδυνεύουν να καούν οι ίδιοι από την πυρκαγιά που ετοιμάζουν. Ίσως μάλιστα παρόμοια σενάρια να είχαν ήδη δρομολογηθεί αν η αυτοκτονία του Δημήτρη Χριστούλα και η παρ’ολίγον δολοφονία του Μάριου Λώλου δεν είχαν προκαλέσει τόση συγκίνηση, καταδικάζοντας σε αποτυχία και τις απόπειρες εκτροπής της λαϊκής οργής στους συνήθεις αποδιοπομπαίους τράγους, μετανάστες και απεργούς. Εν αναμονή καλύτερων ιδεών και ευκαιριών, οι κυρίαρχες δυνάμεις επιχειρούν να ανασυνταχθούν στη «γραμμή Μαζινό» του αστισμού, τον ευρωπαϊσμό, θέτοντας ως καθοριστικό διακύβευμα των εκλογών το δίλημμα: Ευρώ ή χάος.
Όπως είναι γνωστό, στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο οι Γερμανοί κατάφεραν να τσακίσουν τους Γάλλους μέσα σε ενάμιση μήνα χωρίς να δώσουν καμία μάχη πάνω στη φοβερή και τρομερή γραμμή Μαζινό- την παρέκαμψαν μέσω Ολλανδίας, Βελγίου και δάσους των Αρδεννών. Σήμερα, η μαχόμενη Αριστερά δεν διαθέτει την πολυτέλεια της παράκαμψης γιατί το θέμα του ευρώ ορθώνεται αναγκαστικά μπροστά μας όχι από κάποια αντιιμπεριαλιστική ή εθνικιστική ιδεοληψία, αλλά από την ίδια την πραγματικότητα της κρίσης στην ευρωζώνη. Από την άλλη πλευρά, η ριζοσπαστική και κομμουνιστική Αριστερά δεν έχουν κανένα λόγο να συγκεντρώσουν όλη τη δύναμη πυρός πάνω στο πιο ευνοϊκό για τον αντίπαλο πεδίο. Οφείλουν να δώσουν τη μάχη του ευρώ με τον αστισμό στο πλαίσιο μιας συνολικής πρότασης για την αντιμετώπιση της κρίσης, την παραγωγική ανασυγκρότηση και τη δημοκρατική αναγέννηση της Ελλάδας προς όφελος των εργαζομένων, στην προοπτική του σοσιαλισμού.
Το πρώτο πράγμα που πρέπει να τονισθεί είναι ότι ο «κίνδυνος» να φύγουμε από το ευρώ λόγω «εκλογικού ατυχήματος» αποτελεί εκφοβιστικό τρικ του δικομματισμού, αντάξιο πολιτικών παπατζήδων. Από τη μία πλευρά, οι δυνάμεις που τάσσονται υπέρ της εξόδου από την ευρωζώνη- ΚΚΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ, Μέτωπο Αλληλεγγύης και Ανατροπής, Αριστερό Ρεύμα του Συνασπισμού, μικρότερες αριστερές οργανώσεις- απέχουν πολύ από το να διεκδικούν την κυβερνητική και πολύ περισσότερο την πραγματική εξουσία, έστω κι αν το ποσοστό του κόσμου που υποστηρίζει την απαλλαγή από τον ευρωζουρλομανδύα ξεπερνά κατά πολύ την εκλογική τους βάση. Από την άλλη, οι κυρίαρχες δυνάμεις της ΕΕ ουδεμία θεσμική δυνατότητα διαθέτουν να εξοστρακίσουν από την ευρωζώνη μια χώρα αν η ίδια δεν έχει αποφασίσει να αποχωρήσει. Μπορούν βεβαίως να αλλάξουν δικτατορικά το θεσμικό πλαίσιο, αλλά αυτό θα προκαλέσει θύελλα αντιδράσεων, θα κλιμακώσει ανεξέλεγκτα τη σοβούσα κρίση του ευρώ και πιθανότατα θα προκαλέσει διάσπαση της ίδιας της Ένωσης. Η Ελλάδα θα φύγει από το ευρώ μόνο με δική της κυρίαρχη απόφαση, είτε όταν η ηγεμονική μερίδα του κεφαλαίου βρεθεί σε αδιέξοδο, είτε (όπως θα θέλαμε εμείς) όταν η λαϊκή πλειοψηφία πεισθεί από την ίδια της την πείρα για την αναγκαιότητα της ρήξης.
Μια επαναστατική Αριστερά, αντάξια των σκοπών και του μέλλοντός της δεν μπορεί να αισθάνεται ερωτευμένη ούτε με το ευρώ, ούτε με τη δραχμή. Ιστορικός της ορίζοντας είναι ένα σύστημα οργανωμένης κοινωνικής αυτοδιαχείρισης, που θα μειώνει το ρόλο των εμπορευματικών- χρηματικών σχέσεων μέχρι την πλήρη εξάλειψή τους. Φυσικά, πρόκειται για μακροπρόθεσμο στρατηγικό στόχο, που δεν βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη, αλλά αυτό δεν τον καθιστά θρησκευτικό «εικόνισμα». Αντίθετα, νοηματοδοτεί άμεσες, τακτικές επιδιώξεις που πρέπει να βρουν τη θέση τους σε ένα αριστερό, αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα αντιμετώπισης της κρίσης με πυρήνα την προστασία και διεύρυνση του δημόσιου αγαθού. Για παράδειγμα: Δωρεάν μετακίνηση με τα μέσα μαζικής μεταφοράς για τον εργατικό πληθυσμό, τους ανέργους και τους φοιτητές, δωρεάν, καθολική πρόσβαση στο Ίνερνετ, αποκλειστικά δημόσια και δωρεάν υγεία και παιδεία, εθνικοποίηση στον τομέα του φαρμάκου, διατίμηση και επιδότηση βασικών ειδών διατροφής κ.α.
Μεσοπρόθεσμα, στην κλίμακα μιας μεταβατικής, εργατικής- λαϊκής εξουσίας, μια διεθνιστική Αριστερά δεν νομιμοποιείται να επενδύσει προνομιακά στο εθνικό νόμισμα υπό το πρίσμα της απόσυρσης από το διεθνή καταμερισμό εργασίας στο ιγκλού της “αυτοδύναμης ανάπτυξης” και του εμπορικού πολέμου με τις άλλες χώρες. Ειδικά για μια μικρή χώρα σαν την Ελλάδα, η προοπτική του σοσιαλισμού θα γινόταν αφάνταστα πιο εύκολη στο πλαίσιο μιας ισότιμης ένωσης εθνών, με μεταβιβάσεις πόρων προς τις φτωχότερες περιοχές, μεταφορά τεχνογνωσίας και εξειδίκευση στη βάση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων και της κοινωνικής αλληλεγγύης.
Το να περιμένει, όμως, κανείς να μεταβληθεί το σημερινό ευρωσφαγείο των μισθωτών σε παραδεισένια Ένωση ισότιμων εθνών χωρίς επαναστατικές ανατροπές είναι μεγαλύτερη αφέλεια από το να περιμένει τον Άγιο Βασίλη. Για να ενωθούμε, πρέπει πρώτα να χωρίσουμε γιατί αυτό επιβάλλει όχι η ιδεολογική καθαρότητα κάποιας σέχτας, αλλά η ανάγκη επιβίωσης του ελληνικού λαού. Εδώ η αντίφαση των αριστερών ευρωπαϊστών είναι αξεπέραστη: Λένε όχι στο Μνημόνιο, ναι στη στάση πληρωμών- αλλά επιμένουν ότι όλα αυτά μπορεί να γίνουν στο πλαίσιο του ευρώ και της ΕΕ. Πιστεύουν αλήθεια ότι η Μέρκελ, ο Σαρκοζί (ή ο Ολάντ) και ο Ντράγκι θα επιτρέψουν στην Ελλάδα να τους φεσώσει χωρίς κυρώσεις- π.χ χωρίς να κόψουν τις αγροτικές επιδοτήσεις και τα προγράμματα στήριξης, χωρίς να δεσμεύσουν τα ελληνικά περιουσιακά στοιχεία στο εξωτερικό, χωρίς να διώξουν την Ελλάδα από όλα τα όργανα αποφάσεων της Ένωσης, χωρίς μ’ άλλα λόγια να πυροδοτήσουν μια συνολική ρήξη που αναγκαστικά θα οδηγήσει τη χώρα εκτός ευρωζώνης και εκτός ΕΕ; Αλλά κι αν υποθέσουμε ότι υπήρχε μία στο εκατομμύριο πιθανότητα να γίνει κάτι τέτοιο, η παραμονή στο ευρώ θα ακύρωνε με μεμιάς όλα σχεδόν τα πλεονεκτήματα της στάσης πληρωμών: Τη δυνατότητα να κόβουμε χρήμα στο Εθνικό Νομισματοκοπείο για να καλύψουμε, στη δύσκολη μεταβατική περίοδο, το πρωτογενές έλλειμμα και την υποτίμηση του εθνικού νομίσματος για την ανόρθωση της παραγωγικής βάσης, του τουρισμού και των κατασκευών.
Εν κατακλείδι: Η έξοδος από την ευρωζώνη (μαζί με τη στάση πληρωμών, την εθνικοποίηση των τραπεζών και την αναδιανομή του πλούτου) αποτελεί κόκκινη γραμμή για μια μαχόμενη αριστερή απάντηση στην κρίση όχι γιατί μας παρασύρουν ο Σαμαράς, ο Βενιζέλος και τα αστικά συγκροτήματα, αλλά γιατί μας επιβάλλεται από την ίδια την πραγματικότητα. Οι δυνάμεις της ριζοσπαστικής και κομμουνιστικής Αριστεράς που συγκλίνουν, έστω και από διαφορετικές στρατηγικές αφετηρίες, σε ένα τέτοιο πρόγραμμα οφείλουν να συμπαραταχθούν σε ενιαίο μέτωπο, στις εκλογές και κυρίως μετά από αυτές, δίνοντας πολιτική προοπτική και αυτοπεποίθηση στα λαϊκά στρώματα που αγωνιούν και υποφέρουν. Ιδιαίτερα οι δυνάμεις που βρέθηκαν στα ίδια χαρακώματα από το Δεκέμβρη του 2008 και μετά (και υπέστησαν γι αυτό πολιτικό λιντσάρισμα από το κατεστημένο) δεν έχουν καμμία δικαιολογία να συνεχίσουν να βαδίζουν χωριστά. Η τρομερή συμπύκνωση του πολιτικού χρόνου σ’ αυτή την τόσο σκληρή εποχή δεν μας αφήνει την πολυτέλεια να επιλέγουμε τελικά το σωστό, μόνο αφού έχουμε εξαντλήσει όλη τη γκάμα των λανθασμένων επιλογών.
Αναδημοσίευση από το ΠΡΙΝ 8-4-2012
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s